Πηγές για την ελαιοκαλλιέργια, τα προβιομηχανικά ελαιοτριβεία και την τέχνη του πηλού

Α. Σταματελοπούλου, «Από τη “Μάνα Ελιά” στην Αρχαία Μεσσήνη: Οι σταθμοί της διαχρονικής ελαιοκαλλιέργειας στη Μεσσηνία και προτάσεις διαχείρισής τους”, Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Διαχείριση και ανάδειξη πολιτισμικών αγαθών και περιβάλλοντος», Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτιστικών Σπουδών – Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών.

Διαθέσιμο στο:https://amitos.library.uop.gr/xmlui/handle/123456789/5201

Η ΕΛΙΑ ΣΤΗ ΜΕΣΣΗΝΙΑ

  • Δεν διαθέτουμε σήμερα ακριβή στοιχεία επιστημονικά κατοχυρωμένα για το πότε έφτασε η καλλιέργεια της ελιάς στη Μεσσηνία. Ξέρουμε όμως ότι κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, εδώ και 3.200-3.600 χρόνια, στην Μεσσηνία το λάδι ήταν ήδη ένα από τα βασικά προϊόντα της αγροτικής οικονομίας της εποχής, σύμφωνα με στοιχεία από τις ανασκαφές στον λόφο του Εγκλιανού, κοντά στη σημερινή Χώρα Τριφυλίας, όπου ο αρχαιολόγος Carl Blegen, ανασκάπτοντας εκ μέρους του Πανεπιστημίου του Cincinnati, βρήκε το 1939 ένα προϊστορικό ανάκτορο, το επονομαζόμενο «Ανάκτορο του Νέστορος», της Εποχής του Χαλκού
  • Η δεύτερη περίοδος σημαντικής περιβαλλοντικής αλλαγής συμπίπτει με τις απαρχές του Μυκηναϊκού πολιτισμού. Παρόλο που το τοπίο φαίνεται να ανακτά τη σταθερότητά του μεταξύ των ετών 1.800 και 1.600 π.Χ., οπότε φαίνεται ότι αναπτύσσονται ξανά ακόμα και τα κωνοφόρα δάση, αμέσως μετά, μεταξύ του 1.600 και 1.400 π.Χ., τα πεύκα εξαφανίζονται και πάλι ξαφνικά και ολοκληρωτικά. Την πρώιμη Μυκηναϊκή γεωργία φαίνεται ότι συνόδευσε μία δραματική περιβαλλοντική καταστροφή. Μαζί με την ολοκληρωτική καταστροφή των κωνοφόρων μειώθηκε στο μισό και ο αριθμός των βελανιδιών, αφήνοντας χώρο για φυτά που χαρακτηρίζουν τις τσέπες και τη μακία βλάστηση. Η δραματική αυτή αλλαγή στη βλάστηση εξηγείται καλύτερα ως συνέπεια της ανθρώπινης δραστηριότητας και της καταστροφής των δασών, σε συνδυασμό με τη βόσκηση που ακολούθησε και δεν επέτρεψε τη φυσική αναδάσωση των εκτάσεων.
  • Γύρω στα 1.400 π.Χ. υποχωρεί η μακία βλάστηση και αντικαθίσταται από ελαιόδεντρα, καθώς και από νέα είδη φυτών και δέντρων, όπως σίκαλη, καρυδιές, πλατάνια και κουτσουπιές. Έως και το 1.200 π.Χ. υπάρχει μία φυσική σταθερότητα.
  • Γύρω στο 1100 π.Χ. άρχισε η αύξηση της παρουσίας της ελιάς, η οποία συνεχίστηκε περίπου μέχρι το 700 π.Χ., σύμφωνα με τα αποτελέσματα που έδωσε η ραδιοχρονολόγηση των γυρεόκοκκων της περιοχής
  • Κατά την Κλασική περίοδο μέχρι την πρώιμη Ρωμαιοκρατία, έχουμε σύμφωνα με τον EberhardZangger, μία μεγάλη περιβαλλοντική αλλαγή. Η μελέτη της βλάστησης αποδεικνύει πυκνή κατοίκηση και υψηλό ποσοστό αγροτικής παραγωγής μεταξύ του 500 και 100 π.Χ. Μετά το τέλος της Σπαρτιατικής κυριαρχίας στη Μεσσηνία, στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. οι ελιές φτάνουν στο υψηλότερο ποσοστό καλλιέργειάς τους (μεταξύ του 350 και του 100 π.Χ.), με αποτέλεσμα το ένα τέταρτο της επιφάνειας της Πυλίας να καλύπτεται από ελαιόδεντρα.

Η έκταση της καλλιεργήσιμης γης μειώθηκε κατά τη διάρκεια των βαρβαρικών επιδρομών και της σλαβικής κατάκτησης, στα τέλη της 1ης χιλιετίας μ.Χ. Την περίοδο εκείνη καλλιεργήθηκαν λιγότερες ελιές.

Κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο (8ος-12ος αι.), τα περιβαλλοντικά στοιχεία της Μεσσηνίας δείχνουν εντατικοποίηση καλλιέργειας της γης, ενώ τα αρχαιολογικά

Ευρήματα δείχνουν ότι οι οικισμοί ήταν περισσότεροι, γεγονός που αποδεικνύει την αύξηση της καλλιέργειας της γης.

Τον 10ο αι. ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος ανακοινώνει ότι οι κάτοικοι της Μάνης είναι τελείως υποταγμένοι και έχουν ως παραμυθία τους τις ελιές στην απρόσοδη και άνυδρη χώρα τους. Στο σύνολο των αποδιδόμενων σε αυτόν συγγραμμάτων, ο Πορφυρογέννητος μνημονεύει μόνο τρεις περιοχές περίφημες για την ελαιοφορία τους. Τη νότια Πελοπόννησο, τη Βιθυνία και τη Δαλματία.

Τον 11ο αι. οι μαρτυρίες για το λάδι πληθαίνουν. Άγγλος περιηγητής θα σημειώσει ότι δεν υπάρχει μέρος στον κόσμο που να παράγει τόσο λάδι όσο η νότια Πελοπόννησος.

Στο διάστημα των έξι αιώνων κυριαρχίας τους[1] (1204 – 1797 μ.Χ.) σε διάφορα εδάφη του ελλαδικού χώρου, έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην καλλιέργεια της ελιάς. Οι Βενετοί προέβησαν σε συστηματική επαναφύτευση της ελιάς στην περιοχή της Κορώνης το 1690Μαθ. Η υψηλής ποιότητας τοπική ποικιλία είναι γνωστή από τότε μέχρι σήμερα ως κορωνέικη ελιά. Οι ελαιώνες ήταν δημόσιοι και νοικιάζονταν από τους Ενετούς σε καλλιεργητές. Η καλλιέργεια της ελιάς γνώρισε μεγάλη διάδοση στη Μεσσηνία κατά την δεύτερη Ενετοκρατία (1665-1715). Στα 1710, σύμφωνα με ενετικά έγγραφα, η παραγωγή και η τιμή του λαδιού αυξήθηκαν. Από τα 7.000 βαρέλια λάδι που συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Κορώνης από

  • Ήδη από τον 16ο αι. ξεχωρίζουν ως οι πλέον ελαιοπαραγωγικές περιοχές του Μοριά οι καζάδες της Μεθώνης, της Κορώνης, της Καλαμάτας και του Μυστρά. Σε ένα ανώνυμο γαλλικό χειρόγραφο του τέλους του 18ου αι. καταγράφεται μεταξύ άλλων ότι η παραγωγή της επαρχίας Καλαμάτας σε ελαιόλαδο ήταν 3.000 βαρέλια, χωρίς να σημειώνεται η χωρητικότητα κάθε βαρελιού. Ο Leake, όμως, μάς παραδίδει την πληροφορία ότι ένα βαρέλι λαδιού στον Μυστρά και τη Μάνη είχε χωρητικότητα 48 οκάδων
  • Από αρχειακές πηγές είναι γνωστό ότι το 1740 η παραγωγή του λαδιού στη Μεσσηνία ανερχόταν στα 16.139 βαρέλια, έναντι του συνόλου της πελοποννησιακής παραγωγής 19.159 βαρελιών. Από τα 16.139 βαρέλια η παραγωγή της Κορώνης ανερχόταν σε 8.000, της Μεθώνης σε 3.012, του Ναβαρίνου σε 2.007, της Κυπαρισσίας σε 1.820 και της Ζαρνάτας σε 1.300 βαρέλια
  • Το 1824 ο Ιμπραήμ εισέβαλε με στρατό στην Πελοπόννησο με εντολή του πατέρα του, ύστερα από αίτημα του σουλτάνου, για να καταστείλει την Επανάσταση και άρχισε να ερημώνει τα ελληνικά χωριά και την ύπαιθρο. Σύμφωνα με τον Φραντζή, μέσα σε δύο μέρες οι εχθροί έκοψαν πάνω από 60.000 συκιές και 25.000 ελιές και μουριές.
  • Το 1829 ο Καποδίστριας επισκέφτηκε την Κορώνη, προκειμένου να ενθαρρύνει την επαναφύτευση της ελιάς. Σύμφωνα με την απογραφή που πραγματοποίησε το 1830, στην Πελοπόννησο μετρήθηκαν 1.034.027 ελαιόδεντρα, ενώ λίγο αργότερα, το 1834, σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Ματσόλα, υπήρχαν 2.300.00 ελαιόδεντρα, το δε 1861 αυξήθηκαν θεαματικά, φτάνοντας τα 7.500.000 δέντρα
  • Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πρώτη διάδοση της Κορωνέικης ποικιλίας έγινε αμέσως μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τους Τούρκους (1826).
  • Στη συνέχεια, η αστυφιλία και οι οικονομικές διακυμάνσεις ανάγκασαν πολλούς καλλιεργητές να δώσουν έμφαση σε μονοκαλλιέργειες που δεν χρειάζονται πολλή φροντίδα, κυρίως ελιές. Η εφεύρεση των γεωργικών μηχανημάτων και των ζιζαντιοκτόνων κατά τον 20ο αιώνα, συνοδεύτηκε από μεγαλύτερη εντατικοποίηση της καλλιέργειας και της αλλαγής της σύστασης του εδάφους, λόγω της καταστροφής της χαμηλής αυτοφυούς βλάστησης ανάμεσα στις ελιές.
  • Σπουδαίο έργο στην κατεύθυνση της εκπαίδευσης των παραγωγών έπαιξαν στο Μεσοπόλεμο οι γεωπόνοι που εργάστηκαν στην περιοχή της Μεσσηνίας και άλλαξαν σημαντικά τα πράγματα

ΤΑ ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΑ ΣΤΗ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ

  • Η παραγωγή του ελαιόλαδου ελιάς γίνεται με σύνθλιψη του καρπού της ελιάς, έκθλιψη και στη συνέχεια διαχωρισμό του ελαιόλαδου από τον κατσίγαρο. Ο καρπός της ελιάς συνθλίβεται και αφαιρείται η σάρκα της από το κουκούτσι, δηλαδή τον πυρήνα του καρπού. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα στο ελαιοτριβείο.
  • Κατά τη διάρκεια περιήγησης στην περιοχή των «Ελληνικών» της αρχαίας Θουρίας, στην επίπεδη κορυφή του υψώματος όπου τοποθετείται η αρχαία πόλη, εντοπίστηκαν μέσα σε ιδιόκτητα ελαιοπερίβολα τμήματα χαρακτηριστικών λίθινων μελών, τα οποία προέρχονται από εγκαταστάσεις αρχαίων ελαιοτριβείων
  • Οι αρχαίοι συγγραφείς Κάτων και Κολουμέλλας αναφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τη διαδικασία παραγωγής του ελαιόλαδου στην αρχαιότητα.
  • Τα στάδια ελαιοπαραγωγής στην αρχαιότητα ήταν τα εξής: α) Καλλιέργεια της ελιάς και συγκομιδή του ελαιοκάρπου, β) σύνθλιψη του ελαιοκάρπου ώστε να παραχθεί πολτός, γ) συμπίεση του πολτού για την παραγωγή του υγρού, το οποίο συλλέγεται, ενώ ο πυρήνας απορρίπτεται, και δ) διαχωρισμός του υγρού σε καθαρό ελαιόλαδο, που αποθηκεύεται σε δοχεία ή δεξαμενές, και σε φυτικά υγρά που είναι ακατάλληλα για βρώση. Τα στάδια αυτά έως σήμερα παραμένουν τα ίδια. Το μόνο που αλλάζει είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται σε κάθε στάδιο μέχρι την παραγωγή του ελαιόλαδου.

Στον τομέα της σύνθλιψης του ελαιοκάρπου εφαρμόζονταν σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, για αιώνες, δύο τεχνικές: α) Το τροπήιον (λατ. trapetum) και β) Ο ελαιόμυλος (λατ. Molaolearia. Το τροπήιον αποτελείται από μεγάλη λίθινη λεκάνη (mortarium), στο μέσον της οποίας υπάρχει κυλινδρικός συμφυής κιονίσκος (miliarium). Στην κορυφή του κιονίσκου βρίσκεται λαξευμένος ορθογώνιος τόρμος, όπου προσαρμόζεται σιδερένια περόνη (columella). Ένας οριζόντιος ξύλινος άξονας, που στηρίζεται κατά το μέσον του στην περόνη, φέρει στα δύο άκρα του από έναν φακοειδή μυλόλιθο (orbes), επίπεδο στην εσωτερική πλευρά και καμπύλο στην εξωτερική. Οι δύο μυλόλιθοι είναι μερικώς βυθισμένοι στη λίθινη λεκάνη, η οποία πληρούται με ελαιόκαρπο. Από την προεξέχουσα λαβή που σχηματίζεται στο ένα από τα δύο άκρα του οριζόντιου άξονα ο οποίος διαπερνούσε τους μυλόλιθους, γίνεται η διπλή περιστροφική κίνηση των μυλολίθων μέσα στη λεκάνη με τη βοήθεια ανθρώπινης ή ζωικής δύναμης. Λόγω του κενού που υπάρχει μεταξύ των μυλολίθων και της λεκάνης, επιτυγχάνεται η σύνθλιψη του καρπού, αλλά όχι του πυρήνα. Το τροπήιον φαίνεται ότι εισάγεται στον ελλαδικό χώρο κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται έως και τη Βυζαντινή περίοδο.

  • Ο τύπος του ελαιόμυλου, γνωστού ως molaolearia, επικρατεί από τους ρωμαϊκούς χρόνους (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.) και εξελίσσεται παραμένοντας σε χρήση έως και τον 20ό αιώνα. Αποτελείται συνήθως από έναν ή άλλοτε από δύο κυλινδρικούς μυλόλιθους, που διαπερνώνται από οριζόντιο άξονα, ο οποίος είναι προσαρτημένος σε κατακόρυφη δοκό. Οι μυλόλιθοι περιστρέφονται γύρω από την κατακόρυφη δοκό επάνω σε επίπεδη επιφάνεια, όπου γίνεται η σύνθλιψη του ελαιοκάρπου. Στις περιπτώσεις που ο ελαιόμυλος λειτουργεί σε στεγασμένο χώρο, η κατακόρυφη δοκός στηρίζεται στην οροφή σε σταθερή κατασκευή. Όταν η λειτουργία του ελαιόμυλου γίνεται σε υπαίθριο χώρο, τότε ο κατακόρυφος άξονας αντικαθίσταται από χονδρή και ψηλή περόνη προσαρμοσμένη σε κεντρικό συμφυή κυκλικό ή τετράγωνο τόρμο μιας αβαθούς λίθινης λεκάνης. Η περόνη διατρυπά τον οριζόντιο ξύλινο άξονα στο ένα άκρο του οποίου είναι προσαρτημένη η μυλόπετρα, ενώ από το άλλο ελεύθερο άκρο που προεξέχει, γίνεται η περιστροφική κίνηση του ελαιόμυλου με τα χέρια ή με τη βοήθεια ζώου.
  • Η συμπίεση της ελαιοζύμης γίνεται στα ελαιοπιεστήρια, ακολουθώντας βασικά την αρχή της χρήσης κάποιου βάρους, η οποία εξελίσσεται με την πάροδο των χρόνων. Τα ελαιοπιεστήρια αποτελούνται από τη λίθινη βάση, η οποία είναι τετράγωνη, κυκλική ή ελλειψοειδής και περιβάλλεται από κυκλικό αυλάκωμα (canalisrotunda), το οποίο καταλήγει σε αυλάκι εκροής με συνήθως προεξέχουσα προχοή.Επάνω στη βάση αυτή, η οποία είναι τοποθετημένη σε υπερυψωμένο επίπεδο, στοιβάζονται οι πάνινοι σάκοι με τον ελαιοπολτό. Το υγρό που προέρχεται από τη συμπίεση των σάκων συγκεντρώνεται σε αγγεία ή δεξαμενές, που τοποθετούνται κάτω από την προχοή. Ο απλούστερος και παλαιότερος τρόπος συμπίεσης γινόταν με τη χρήση λίθινων βαρών, που ήταν κρεμασμένα στην άκρη ξύλινου μοχλού, το ένα άκρο του οποίου ήταν σταθερά στερεωμένο σε εσοχή του τοίχου. Αργότερα, στην Ελληνιστική εποχή, χρησιμοποιήθηκε το βαρούλκο ως μηχανισμός ανύψωσης του βάρους, ενώ στους Ρωμαϊκούς χρόνους εισάγεται ο κοχλίας, που εδράζεται σε λίθινη βάση με χαρακτηριστικούς τόρμους (γαλεάγρα). Ο διαχωρισμός του ελαιόλαδου γινόταν είτε σε δοχεία πήλινα ή λίθινα είτε σε δεξαμενές, στον πυθμένα των οποίων υπήρχε κοίλωμα για την κατακάθιση των φυτικών υγρών, ενώ το λάδι επέπλεε λόγω της βαρύτητας.
  • Η έως σήμερα απουσία καταλοίπων αρχαίων ελαιουργικών εγκαταστάσεων στη Μεσσηνία είχε επισημανθεί από τους μελετητές ως ένα δυσερμήνευτο γεγονός και μάλιστα σε έναν τόπο κατεξοχήν ελαιοπαραγωγικό διαχρονικά, τουλάχιστον από τη Μυκηναϊκή εποχή έως σήμερα.
  • Τα στοιχεία που διαθέταμε για την επεξεργασία της ελιάς και για τις εγκαταστάσεις ελαιοτριβείων στη Μεσσηνία κατά την αρχαιότητα, ήταν ελάχιστα ή ανύπαρκτα και πιθανώς οφείλονταν στην απουσία επαρκών επιφανειακών ερευνών στους εκτεταμένους αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής, οι περισσότεροι από τους οποίους παραμένουν άγνωστοι και ανασκαφικώς παντελώς ανεξερεύνητοι.
  • Τα κατάλοιπα των αρχαίων ελαιοτριβείων που εντοπίστηκαν στην αρχαία πόλη της Θουρίας, αποτελούν τους πρώτους ασφαλείς μάρτυρες της ελαιοκαλλιέργειας και της επεξεργασίας του ελαιοκάρπου στη Μεσσηνία κατά την αρχαιότητα.
  • Διαχρονικά χρησιμοποιήθηκαν πολλές μέθοδοι σύνθλιψης: με τη χρήση μόνο της ανθρώπινης μυϊκής ή με τη βοήθεια ζώων και διάφορα είδη τριβείων, όπως λιώσιμο σε μεγάλα γουδιά και λεκάνες, σε σάκο και πάτημα με τα πόδια ή με ξυλοπάπουτσα και τέλος με παλίνδρομη κίνηση λιθοκύλινδρου επάνω σε λίθινη επιφάνεια (Εικ. 82-83). Τους χειροκίνητους μύλους διαδέχτηκαν οι ζωοκίνητοι μύλοι, στη συνέχεια οι υδρόμυλοι και τελικά τα μηχανοκίνητα ελαιοτριβεία. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι. ακολούθησε η εκμηχάνιση των ελαιοτριβείων, που μείωσε τον αριθμό των ελαιοτριβείων και αύξησε την ποσότητα της παραγωγής.
  • (Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ – Νεώτεροι χρόνοι: Οθωμανική περίοδος και Ελληνική Επανάσταση) Η ελαιοκομία θεωρείται ως ένας από τους πλέον σημαντικούς τομείς της γεωργικής οικονομίας, αφού το τελικό προϊόν της, το λάδι, αποτελεί κύριο συστατικό της διατροφής του πληθυσμού. Στη Μάνη η ελιά υπήρξε το πιο χαρακτηριστικό είδος που ευδοκίμησε στα τραχύ της έδαφος, με παραγωγή αρκετά πλούσια, η οποία επέτρεψε την οργάνωση εξαγωγικού εμπορίου.
  • Στην αρχική του μορφή, το μανιάτικο ελαιοτριβείο αποτελούνταν από ένα κυλινδρικό λιθάρι και η τριβή των καρπών γινόταν χειρονακτικά (Εικ. 83). Από τα μέσα του 19ου αιώνα ο μηχανισμός γίνεται ζωοκίνητος, επαναστατική αλλαγή πουπολλαπλασίασε την ποσότητα παραγωγής του προϊόντος. Δύο στρογγυλά συνήθως λιθάρια τοποθετούνται κατακόρυφα και παράλληλα μεταξύ τους σε είδος ρηχού πηγαδιού, την αψίδα, και περιστρέφονται με τη δύναμη του ζώου, πολτοποιώντας τους καρπούς (Εικ. 84). Ο πολτός τοποθετείται σε τρίχινους τετράγωνους σάκους, τις τσαντίλες, και ρευστοποιείται σε σιδερένιο πιεστήριο, παράγοντας το λάδι
  • Ελαιοτριβεία κτίζονταν σε οικιακό ή κοινοτικό επίπεδο, σε κάθε σχεδόν οικισμό. Όλα σχεδόν διασώζουν τον νεότερο μηχανισμό με την αψίδα και το σιδερένιο πιεστήριο, ενώ σπανιότερα βρίσκονται εξαρτήματα από την παλαιότερη μορφή τους, όπως οι ξύλινες πρέσες ή οι κυλινδρικές μυλόπετρες.

Blitzer Harriet, “Κορωνέικα. Storage-jar Production and Trade in the Traditional Aegean” (Plates 99-112), Jstor.org

Διαθέσιμο στο: https://www.jstor.org/stable/148081

  • Όπως ακριβώς οι πίθοι δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τη φύση του εμπορίου του Αιγαίου της Εποχής του Χαλκού, έτσι τα μεγάλα βάζα αποθήκευσης (πιθάρια) που παράγονται κατά τον 19ο και 20ο αιώνα μ.Χ. στην επαρχία Κορώνης της Ελλάδας προσφέρουν αρχαιολογικά στοιχεία για τη διανομή προϊόντων και τις εμπορικές συνδέσεις μεταξύ του κόσμου του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου. Αυτά τα πιθάρια, γνωστά σε όλο το Αιγαίο ως κορωνέικα, διακινούνταν ευρέως με ιστιοπλοϊκά πλοία και καραβάνια των οποίων πρωταρχικό μέλημα ήταν η διανομή των βασικών προϊόντων της Πελοποννήσου, μεταξύ των οποίων ήταν: ελιά, λάδι, σιτάρι, σταφίδες, μαλλί, μετάξι, τυρί, δέρμα, κερί μέλισσας, βαφές, τσίχλες και ρητίνες. Ακολουθώντας τις διαδρομές των τυποποιημένων αιγαιοπελαγίτικων τροφίμων και ακατέργαστων προϊόντων, τα Κορώνεια απέκτησαν τη δική τους αξία μέσα στη διπλή οικονομία του παραδοσιακού αιγαιοπελαγίτικου εμπορίου και σώζονται σήμερα ως αρχαιολογική μαρτυρία για τη διαφοροποίηση του διεθνούς εμπορίου στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση του 1821.
  • Χάρτης Μεσσηνίας

Χάρτης της Μεσσηνίας που δείχνει το λιμάνι της Κορώνης και τα 4 βασικά χωριά των κεραμικών: Βουνάρια, Κόμποι, Πετριάδες και Χαρακοπιό. Οι μικρές τελείες στην ακτογραμμή δείχνουν κατά προσέγγιση τις τοποθεσίες όπου τον 19ο αιώνα σταματούσαν τα πλοία για να φορτώσουν τα πιθάρια.

  • Πριν από το 1930 υπήρχαν πέντε πιθαράδες, δεκαπέντε σταμνάδες και τρεις κεραμοποιοί στα Βουνάρια, δέκα τουλάχιστον πιθαράδες στο Χαρακόπιο, δεκαπέντε πιθαράδες στους Κόμπους, και ένας κεραμοποιός και περίπου δεκατέσσερις πιθαράδες στους Πετριάδες. Έτσι, αν ένας νέος ήθελε να μάθει κάποια από τις τρεις τέχνες θα μπορούσε εύκολα να το κάνει, αν και από ορισμένες απόψεις η επιλογή του επαγγέλματος εξαρτιόταν από τη χειρωνακτική του επιδεξιότητα, Η γεωργία ήταν η οικονομική βάση της ζωής στην περιοχή για όλους τους κατοίκους της, είτε αγγειοπλάστες ή όχι. Η σταφίδα και το ελαιόλαδο ενίσχυσαν μια τοπική οικονομία που περιλάμβανε τη συμμετοχή οικοδόμων, κονσερβοποιών, καλαθοποιών, σιδηρουργών, σαμαροποιών, υποδηματοποιών, ξυλουργών,μικροπωλητών, υφασμαπώλων και εμπόρων. Πολλοί κάτοικοι ασχολήθηκαν με το εμπόριο με καραβάνια ως μουλαριάδες και εργάζονταν τακτικά μεταξύ της περιοχής τους και της υπόλοιπης Πελοποννήσου, κάποιοι τολμούσαν να φτάσουν μέχρι τη Θεσσαλία.

Αυτό το εμπόριο καραβανιών αντιπροσώπευε, ως ένα βαθμό, τη διανομή μικρότερων κεραμικών προϊόντων από την Κορώνη. Πολλοί επιμένουν ότι στην εποχή πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την περίοδο του 19ο αιώνα, οι αγγειοπλάστες θα ζούσαν μόνο από τα έσοδα από την κεραμική τους παραγωγή.

Άλλοι περιγράφουν τη φτώχεια σαν τη μοίρα του αγγειοπλάστη της Κορώνης («η ζωή ήταν μαρτυρική), ο οποίος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει χωρίς μία ικανή συμβολή της δικής του καλλιεργούμενης γης. Μέχρι πρόσφατα, η κατασκευή γλάστρων ή κεραμιδιών ήταν απλώς ένα συμπλήρωμα στο εισόδημα από τη γεωργία.

  • Ο αγγειοπλάστης Κορώνης εργαζόταν, συνήθως, με δύο βοηθούς. Σε κάθε κλίβανο, λοιπόν,αντιστοιχούσαν τρία άτομα που κάλυπταν όλες τις ανάγκες του εργαστηρίου. Ένας βοηθός ήταν πρωτίστως υπεύθυνος για τα καύσιμα και το ψήσιμο, και ο δεύτερος ασχολιόταν κυρίωςμε τη συλλογή, επεξεργασία και αποθήκευση του πηλού. Ο ίδιος ο αγγειοπλάστης έφτιαχνε τα αγγεία και επέβλεπε όλες τις δραστηριότητες του εργαστηρίου, τα κέρδη του οποίου μοιράζονταν εξίσου μεταξύ τους οι τρεις.
  • Ενώ υπήρχαν μερικοί εύποροι κεραμίστες στην περιοχή, οι περισσότεροι θυμούνται μια ζωή στην περιοχή που η διατροφή τους αποτελούνταν από λάδι, ψωμί και ντομάτες.
  • Η διαβίωση ήταν συχνά δύσκολη για τον αγγειοπλάστη και την οικογένειά του στην περιοχή της Κορώνης, και οι πιθαράδες, ιδιαίτερα μετά το 1920, ήταν υποχρεωμένοι να ταξιδεύουν σε άλλα μέρη του Αιγαίου, συχνά στην Κρήτη ακόμη και στην Κύπρο, για να παράγουν και να πουλάνε αντίστοιχα ειδη. Κάποιοι λένε ότι ήδη από την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι αγγειοπλάστες εγκατέλειπαν προσωρινά την περιοχή.
  • Το τοπικό ημερομίσθιο (μεροκάματο) την περίοδο γύρω στο 1900 ήταν περίπου μια δραχμή. Την ίδια στιγμή ένα δοχείο όπως η βήκα (ή εικοσάρα) με χωρητικότητα 20 οκάδες (1 οκά = 1,27 κιλά) κόστιζε 20 λεπτά (100 λεπτά = 1 δραχμή). Ένα πιθάρι χωρητικότητας περίπου 300 οκάδων πωλήθηκε για περίπου 10 και 15 δραχμές.
  • Ο AlfredPhilippson, στην περιγραφή το, του 19ου αιώνα, για τη γεωλογία της Μεσσηνίας, επεσήμανε τους ασβεστολιθικούς πλειοκαινικούς αργίλους της περιοχής Κορώνης και επίσης διαπίστωσε την ύπαρξη κεραμικής βιομηχανίας με την παραγωγή “Topfe” (πιθάρια) και “Kruge” (αγγεία φτιαγμένα στον τροχό).
  • Ο πηλός που διατίθεται στους παραθαλάσσιους λόφους βόρεια της Κορώνης είχε μια ποικιλία ονομάτων κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, από τα οποία χρησιμοποιήθηκαν συνήθως τρία: πηλός, χώμα και λάσπη και πιο σπάνια οι όροι γλίνα και άργιλος.
  • Ως αποθηκευτικά αγγεία τον 19ο και τον 20ο αιώνα τα πιθάρια από την Κορώνη χρησιμοποιήθηκαν κυρίως  για το ελαιόλαδο σε σπίτια και εμπορικές εγκαταστάσεις και σπανιότερα για νερό και κρασί σε αποθήκες σπιτιών.
  • Τύπος 1
    • Όνομα: πιθάρι ή τζάρα
    • Άγυαλο. Σφαιρικό σχήμα
    • Ύψος: 1. 15-1,30 μ.
    • Διάμετρος στεφάνης (rim diameter): 0,50-0,52 m.
    • Μέγ. διάμετρος: 1,10-1,28 μ.
    • Πάχος στεφάνης: 0,07-0,09 m.
    • Μέγ. περιφέρεια:3 ,10-3,47 μ.
    • Χωρητικότητα: 288 οκάδες (365 κιλά)-350 οκάδες (445 κιλά)
    • Μέση θεωρούμενη (perceived) χωρητικότητα: 300 οκάδες ή 400- 500 κιλά ή 6 βαρέλια
    • Θεωρούμενο (perceived) βάρος αγγείου: 150 οκάδες

Σημείωση: Η χωρητικότητα αυτού του τύπου έγινε αντιληπτή σε πολλές τοποθεσίες στο Αιγαίο με μέτρο τα βαρέλια (ή βαρέλες), τα εμπορευματοκιβώτια μεταφοράς του 18ου και 19ου αιώνα στο οποίο μετέφεραν ελαιόλαδο. Ένα βαρέλι ισοδυναμούσε με 48 οκάδες (1 οκά = 1,27 κιλά), 4-5 τενεκέδες ή 66 κανάτες. Αυτός ο τύπος πιθάρι λοιπόν χώραγε 6-7 βαρέλια λάδι.

  • Η ανθεκτική φύση αυτών των βάζων τα έκανε μια καλή επένδυση για το σπίτι και για εμπορικές επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένων των ελαιοτριβείων και των εγκαταστάσεων ελαιοεμπόρων και κατασκευαστών σαπουνιού (σαπουνοποιοί). Στο σπίτι τα τοποθετούσαν σε αποθήκες κάτω από σχετικά σταθερές συνθήκες και καθαρίζονταν και αδειάζονταν τακτικά πριν αποθηκευτούν οι νέες προμήθειες λαδιού. Ποσότητες βραστού νερού χρησιμοποιούνταν για τον καθαρισμό των πιθαριών και μερικές φορές το αναμείγνυαν με διάφορα βότανα (η δάφνη και το θυμάρι αναφέρονταν συχνά, αλλά η επιλογή ποίκιλε). Σύμφωνα με ορισμένους πληροφοριοδότες, τα φύλλα συκής μπορεί να ήταν δεμένα μεταξύ τους σαν μια βούρτσα και το χρησιμοποιούσαν για το τρίψιμο του εσωτερικού. Το πρόσφατα επεξεργασμένο ελαιόλαδο μερικές φορές μετακινούνταν από ένα πιθάρι σε ένα διαφορετικό, καθαρό, αφού το λάδι είχε καθίσει για περιόδους που κυμαίνονται από αρκετές εβδομάδες έως αρκετούς μήνες. Λέγεται ότι με αυτόν τον τρόπο η οξύτητα του αποθηκευμένου λαδιού μειώθηκε σημαντικά (διείσδυσε στα τοιχώματα του βάζου) και το παλιό βάζο καθαρίστηκε αμέσως όπως περιγράφεται παραπάνω για να επαναχρησιμοποιηθεί.
  • Πιθαράδες και σταμνάδες πούλαγαν τα προϊόντα τους από τα εργαστήριά τους σε ντόπιους κατοίκους που έρχονταν να αγοράσουν αμέσως, αν υπήρχαν διαθέσιμα πιθάρια και αγγεία που φτιάχνονται με τροχό, ή να παραγγείλουν συγκεκριμένα δοχεία για μεταγενέστερη ημερομηνία.
  • Οι έμποροι στην Κορώνη κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα μπορούσαν να αγοράσουν πιθάρια και αγγεία από τους αγγειοπλάστες της Κορώνης, τα αποθήκευαν και μετά τα προσέφεραν στους καπετάνιους που σταματούσαν στο λιμάνι για άλλα Πελοποννησιακά εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων ελαιόλαδο και σταφίδες. Αυτό το εμπόριο με πιθάρια από το λιμάνι της Κορώνης ήταν ουσιαστικό κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα τα πιθάρια ταυτίστηκαν ως προϊόντα Κορώνης  (Κορωνέικα). Στην πραγματικότητα, οι κάτοικοι της Κορώνης εκτός από τους αγγειοπλάστες τα χωριά γνώριζαν ελάχιστα για τα αγγεία και την παραγωγή τους.

Χάρτης που δείχνει τη διασπορά των πιθαριών τύπου 1

  • Τα κορωνέικα ταξίδευσαν σε κλασικά δρομολόγια που καθορίζονται από την ετήσια παραγωγή και διανομή τυποποιημένων εμπορευμάτων του Αιγαίου μέσω σκαφών που έπλεαν σε όλο το Αιγαίο διακινώντας εμπορεύματα μιας και μέσω σκαφών που έπελαν στο Αιγαίο και μετέφεραν αγαθά που ήταν διαθέσιμα από λιμάνι σε λιμάνι κατά τύχη. Οι κάτοικοι της περιοχής θυμούνται την προβλήτα στην Κορώνη γεμάτη πιθάρια να την περιμένει Παλαιστίνιους εμπόρους, που συνέλεγαν εκατοντάδες πιθάρια γύρω στο 1930 και τα μετέφεραν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο. Τούρκοι εμποροι είναι γνωστοί για τη συλλογή πιθαριών απευθείας από το Χαρακόπιο και τη μεταφορά τους στη Σμύρνη και σε μέρη κατά μήκος της διαδρομής, μεταξύ 1933 και 1936. Άλλα πλοία εκτελούσαν τις διαδρομές προς Ιταλία και Σικελία, σταματώντας με τα κορωνέικα στα Ιόνια Νησιά, το Μπρίντιζι και το Μπάρι. Μερικοί θυμούνται πλοία να ταξιδεύουν στη Βόρεια Αφρική με τα κορωνέικα, αν και μερικοί αμφισβητούν αυτή την ανάμνηση. Σύμφωνα με πολλούς της περιοχής, μεγάλα καΐκια σταμάταγαν τουλάχιστον δύο φορές τον μήνα στο λιμάνι της Κορώνης, στις αρχές του 20ού αιώνα για να φορτώσουν σημαντικές ποσότητων αγροτικών προϊόντων. Χρειάζονταν 2-3 μέρες να πλεύσουν από την Κορώνη στην Κρήτη (πρώτα Χανιά, μετά Ηράκλειο) στα χρόνια γύρω στο 1910, και στην Κρήτη που τα κορωνέικα τα παρήγγειλαν συχνά για συγκεκριμένη χρήση στις αποθήκες οι λαδάδες (έμποροι λαδιού) και τα ελαιοτριβεία (μύλοι λαδιού) και οι σαπουνοποιοί. Ντόπιοι καπετάνιοι θυμούνται την περιπλάνηση στο νησί της Κρήτης και το ξεφόρτωμα των Κορωνέικων στα μεγάλα λιμάνια ττης βόρειας ακτής πριν προχωρήσουν στην Αίγυπτο. Σύμφωνα με Κρητικού, οι αποθήκες λαδιού στο Ηράκλειο είχαν σειρές πιθάρια Κορώνης που είχαν στηθεί για να παραλαμβάνουν τόσο ελαιόλαδο όσο και ελαιολάσπες (για χρήση σε σαπωνοποιία). Πράγματι, οι κάτοικοι της Κορώνης θυμούνται μεγάλες παραγγελίες για πιθάρια από ελαιουργεία στο Ηράκλειο την περίοδο πριν το 1912.

Άρθρο “Πώς πρέπει να κτίζονται τα καλά ελαιοτριβεία μας”, Μηνιαίον Γεωργικόν Περιοδικόν “ΤΑ ΝΕΑ ΓΕΩΠΟΝΙΚΑ”, Περίοδος Γ’, Έτος 13ον, ΑΘΗΝΑΙ, ΜΑΡΤΙΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1923, ΑΡΙΘ. 3-5, Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Λάσκαρης Ν., “Παλαιά Ελαιοτριβεία στην περιοχή των χωριών Κατσαρού και Πεύκου της Άνω Μεσσηνίας”, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, Τόμος ΑΘ’ (39) , 1998-2000

Αραβαντινού-Τζε Π., Παραδοσιακά Ελαιοτριβεία Αποθήκες Εμπορίας Βρώσιμης Ελιάς & Βαρελοποιεία Νομού Φωκίδας, 2010

Το Χαρακοπιό Μεσσηνίας. Ιστορία, Λαογραφία, Ιστορικά Μνημεία, Προοδευτικός Σύλλογος των Εν Αθήναις και απανταχού Χαρακοπιαδιτών, Αθήνα, 1997

  • Από παλιά το Χαρακοπιό ήταν κέντρο της περιοχής, το σταυροδρόμι. Δεν είναι τυχαίο ότι πάντα είχε ανεπτυγμένο το εμπόριο, επιτυχημένοι; επαγγελματίες και μια σημαντική αγροτική καλλιέργεια. Το Χαρακοπιό, βρέθηκε γεωγρα­φικά σε σταυροδρόμι, ανάμεσα σε δυο ιστορικά «Βενετσιά­νικα» κάστρα. Εκείνο της Κορώνης και το άλλο της Μεθώνης, δηλαδή σε μια κεντρική στράτα του Νότου, κόμβος ε­μπορικός, στρατιωτικός, πολιτιστικός. Το Χαρακοπιό και οι κάτοικοι του δέχτηκαν πολλές επιρροές και έτσι διαμορφά3- θηκε ένα κοινωνικό σύνολο υπερήφανο, ψυχικά ελεύθερο, δίχως προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες που πρόσφερε στα γράμματα, στις τέχνες, στην οικονομική ανάπτυξη της μείζονος περιοχής και στους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους.
  • Το Χαρακοπιό, κεφαλοχώρι της Αν. Πυλίας, βρίσκεται χτι­σμένο πάνω στο δρόμο Κορώνης – Καλαμάτας, τέσσερα χλμ. δυτικά της Κορώνης και περί τα 1.300 μέτρα πάνω από τ’ α­κρογιάλι του Μεσσηνιακού κόλπου.Σίγουρα χτισμένο από τους παμπάλαιους χρόνους ανά­μεσα σε δυο μικρούς χωματόλοφους, κάπως απόκρυψα της θάλασσας, όπως συνήθιζαν τότε για ν’ αποφεύγουν τα χωριά την προσοχή των Κουρσάρων.
  • Είναι περιοχή ευφορώτατη, σκεπασμένη από ελιές/ αμπέ­λι και σταφίδες, ήρεμο τοπίο με κατάφυτες πλαγιές, ράχες και λόφους με κάθε λογής οπωροφόρα δένδρα και με πολλά σκόρπια σταφιδόσπιτα και μικρό – οικισμούς, που έτσι το χω­ριό γίνεται πιο όμορφο, ένα χωριό της ήρεμης αυτής όψης και φύσης, που η άφθονη γύρω βλάστηση δίνει πραγματικά πλούτο αυτού του καλλιεργημένου χώρου
  • Την παλιά εποχή που τα εμπορεύματα, τα τρόφιμα, και τα αγροτικά προϊόντα τα μετέφεραν με τα ζώα στους τό­πους κατανάλωση ή στα λιμάνια για φόρτωση, μια ολόκλη­ρη τάξη από αγωγιάτες βιοπορεί στο Χαρακοπιό.Καραβάνια από άλογα και μουλάρια με παραγιους και α­φεντάδες οργανωμένοι στο ίδιο σινάφι, κουβαλούν εμπορεύ­ματα απ’ άκρη σε άκρη στο Μωριά και έξω απ’ αυτόν. Το ε­πάγγελμα του αγωγιάτη διατηρήθηκε πολλά χρόνια και στο ε­λεύθερο Ελληνικό κράτος.

Οι κάτοικοι, εκτός από την καλλιέργεια της γης, επιδόθη­καν στην αγγειοπλαστική, δηλαδή στην πιθοποία και στην κε- ραμοτιοιία. Μία τέχνη παμπάλαια, που την κληρονόμησαν α­πό τους παππούδες τους.

Από την εργασία αυτή είχαν ένα πρόσθετο εισόδημα, κα­λό για τότε. Στο Χαρακοπιό υπήρχε δυστυχώς ένα περίεργο φαινόμενο, η άδικη διανομή της γης, σαν έφυγαν οι Τούρκοι κατακτητές. Ενώ το χωριό είναι χτισμένο σε εύφορη γη, πολ­λές οικογένειες είχαν μείνει με μικρό ή και καθόλου γεωργικό κλήρο.

Αιτία: Η εκποίηση, το ξεπούλημα της γης από τις πρώτες κυβερνήσεις. Αλλά και από το άρπαγμα (μπίρ παρά) της κα­λής γης από τους απόλεμους κοτζαμπάσηδες της περιοχής.

Γι’ αυτό από ανάγκη οι κάτοικοι μετανάστευαν για καλύ­τερη τύχη, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι τις μέρες μας, που ε­κατοντάδες νέοι και νέες έφυγαν για μακρινές χώρες, και στα χωριά κόρα σκούζουν κουκουβάγιες.

Έτσι, όσοι απόμειναν στο Χαρακοπιό έψαχναν και για άλ­λες εργασίες, εκτός αϊτό την καλλιέργεια, έγιναν αγωγιάτες, μεταφέροντας γεωργικά προϊόντα κι’ άλλα εμπορεύματα α­πό τα λιμάνια του νότου στο εσωτερικό του Μ (.αριά και αντί­στροφα, Έγιναν λοιπόν πιθαράδες, κεραμιδάδες με φήμη, και γι’ αυτές τις δύο τέχνες θ’ ασχοληθεί το βιβλίο αυτό.

  • Η πιθοποιΐα στο Χαρακοπιό ήταν ένα από τα σημαντικό­τερα και πιο επικερδή επαγγέλματα, που κράτησε οικονομικά τους κατοίκους για πολλά χρόνια και νομίζω αξίζει να τα α­κούσουμε.

Φυσικά, ήταν τέχνη μιας συνέχειας από τα πανάρχαια χρόνια. Αυτό μας το βεβαίωναν πολλά παραχωμένα καμίνια και πιθάρια μικρά και μεγάλα, που ξεθάβονται στη γύρω περιοχή.

Το Χαρακοπιαδίτικο πιθάρι, μοναδικό στη χώρα μας, το διακρίνεις από το στεφάνωμά του με πολλά πήλινα ζουνάρια, «χαράκια», για το γερό δέσιμο και αντοχή του. Παρόμοια πι­θάρια βρέθηκαν και στις ανακτορικές αποθήκες του Νέστορα στη Λιγούδιτσα Μεσσηνίας. Στους αρχαίους χρόνους το πι­θάρι χρησίμευε και σαν οστεοφυλάκιο, τεφροδοχείο και για τάφους.

  • Μερικοί από τους μαστόρους έγραφαν ή σφράγιζαν τα πιθάρια τους, νωπά ακόμη, με τ’ όνομα τους
  • Η κατασκευή των πιθαριών γινότανε από το καλύτερο και καθαρότερο αργιλόχωμα. Αυτή η χωματοληψία ήταν από την γύρω περιοχή. Την εντόπισαν σκάβοντας στα σπλάχνα των λόφων, απ’ όπου έβγαζαν ένα γλινώδες χώμα που το ο­νόμαζαν «τζαρόχωμα». Στο σκάψιμο έδιναν σχήμα σήραγγας, με σκοπό να μπαίνουν μέσα ζώα και κάρα να φορτώνουν, αλ­λά και για να μην υποχωρούν τα χώματα και τους καταπλα- κίόνουν, γεγονός που είχε συμβεί με θύματα ανθρώπους
  • Για την προετοιμασία της βαφής χρησιμοποιούσαν ένα χώμα ερυθρό, για ασιάρι, που το έφερναν από τη θέση «Κου­λέ» κοντά στο Μεμί, στο χωράφι του Σταμάτη Σταματόπουλου.
  • Τα καμίνια είχαν σχήμα κώνου και τα έχτιζαν από πλίθες ζυμωμένες με άχυρο ή φύκια. Όλη την επιφάνεια του καμινιού μέσα και έξω την επίχρηζαν με λάσπη από τζαρόχωμα πλάθοντάς το με άχυρο, στεγανοποιώντας έτσι τη θερμοκρα­σία.
  • Το καμίνι είχε ισόγειο άνοιγμα (πόρτα), που συνήθως έ­βλεπε στο νοτιά, λόγω ανέμου, έτσι ώστε να καμινιάζουν το πράμα πιο εύκολα. Ένα ακόμη άνοιγμα, την «μπούκα», είχε κάτω στη «χώση» και στην αντίθετη πλευρά, που από κει «τάιζαν» με φρύγανα την φωτιά
  • Φρόντιζαν βέβαια και έχτιζαν τα καμίνια κοντά στις λότζες, ώστε να ε­φάπτονται στο εργαστήρι του τεχνίτη. Τα καμίνια ήταν ιδιόκτητα, αλλά και πολλά ανήκαν σε «συντροφιές», κάτι σαν συ­νεταιρισμούς. Μετά τον πόλεμο συνεταιρίστηκαν σε σωμα­τείο οι πιθαράδες του Χαρακοπιού. Τις συντροφιές αυτές τις αποτελούσαν ο μάστορας που ήταν και υπεύθυνος της όλης εργασίας, με τον βοηθό του, που ετοίμαζε τη λάσπη, στέγνω­νε και κοπανούσε το χώμα, κόλλαγε ζουνάρια στα πιθάρια, με λίγα λόγια ήταν και ο μαθητευόμενος της πιθαροδουλείας. Τη συντροφιά τη συμπλήρωνε ο «Κατριτζής». Αυτός κουβάλαγε το «κλαρί» για το ψήσιμο, το χώμα και γενικά ήταν ο «μπαρα- μπάτης» της εργασίας, μεταφέροντας και τα πιθάρια για φόρτωμα στην ακτή της Γαργαρούς.
  • Το ψήσιμο του καμινιού συνήθως άρχιζε τις μεταβραδινές ώρες με σκοπό ν’ αποφεύγουν την κάψα της ημέρας.
  • Την ειδικότητα του ψήστη, που ήταν και υπεύθυνος, δη­λαδή πότε έπρεπε να σταματήσουν τη φωτιά και πότε να κλείσουν τις μπούκες του καμινιού την γνώριζαν λίγοι, κι αυ­τοί ήταν περισσότερο οι βίοι οι τεχνίτες πιθαράδες, από πεί­ρα και αντίληψη
  • Τα πιθάρια ανάλογα με τη χωρητικότητα τους, είχαν και την ονομασία τους, το πιθάρι των 30 – 40 οκάδων το ονόμα­ζαν πιθαρόπουλο, μέχρι 60 οκάδων «μπομπάκι» λίγο πιο με­γάλα μπόμπες. Από 80 – 150 τζιάρα και από 150 μέχρι 400 ο­κάδες είναι τα γνωστά χοντροζούναρα πιθάρια. Διαφέρουν λίγο στην κατασκευή τα κοντοπίθαρα, ή και μπακοπίθαρα.
  • Τα πιθάρια ήταν στα παλιά χρόνια πολλαπλής χρήσης, που κάλυπταν πολλές ανθρώπινες ανάγκες στο χωριό και στην πόλη (λούκια και σούγελα της στέγης γι ανα γεμίζουν νερό της βροχής, σκάφη για πλύσιμο, σε σταφιδώνες για να φτιάχνουν μέσα χαλκό “γαλαζόπετρα” για ράντισμα κλπ).
  • Η μεταφορά των πιθαριών στα χωριά και γενικά στους τόπους αγοράς ήταν συχνά προβληματική, γιατί’ δεν υπήρ­χαν κατάλληλοι δρόμοι, έτσι που κάθε στενωσιά, τοίχος και κορμός δέντρου ήταν κίνδυνος, απ’ αυτό και η παροιμιώδης έκφραση, όλοι φοβούνταν το Θεό κι ο πιθαράς τον τοίχο.
  • Και τώρα λίγα ονόματα μαστόρων που έζησαν στο Χαρα­κοπιό, παλιά και νεότερα, Ιωαν. Χάκαρης, Λημ. Σιμόπουλος, Ε υ στ. Δημ. Σιμόπουλος, Μιχάλης Γ. Σιμόπουλος, Αθ. Δ. Πικρα­μένος, Δημήτριος Διον. Πασαγιώτης, Δίον. Δημ. Πασαγιώτης, Ευστ. Μιχελής, Κων/νος Αναστ. Αγγελόπουλος, Ευγ. Β. Σπά- λας, Χαρ. Γ. Καυκαλάς, Ευθ. Δραγκιώτης, Ν. Βέργης – Ντόκο- λας, Παν. Ανδρ. Πιλαντέρης, Σάβ. Τριανταφυλλάκης, Σαβ. Σταματάκης, Γεωρ. Β. Καυκαλάς, Κων/νος Καρλής, Στέλιος Μπουρνιάς, Γιάννης Αρβανίτης, Γιάννης Ψιρόπουλος, θεοδ. Μουζάκης, Γεώρ. Ν. Βέργης, Τσκρτσής Παν., Κ. I. Σψόπουλος, Ν. Γ. Μιχελής.

Φωτίου Κ. Λίτσα, “Κορώνη, η Προσωπογραφία μιας πολιτείας”, Αναμνηστική έκδοση του Συνδέσμου των Απανταχού Κορωναίων, Αθήνα 1983

  • Σημαντική πρόοδο σημείωσαν οι Κορωναίοι στην πιθοποιία και κεραμική, πού φαίνεται πώς καλλιεργιόταν στην περιο­χή από παλιά. Στ’ αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια οί Κο­ρωναϊοι πιθοποιοί, οί Καμιναραίοι, όπως είναι γνωστοί στο ντόπιο ιδίωμα, ήταν σημαντικός παράγοντας στην οικονο­μία τού τόπου αποφέροντας στο Δήμο Κολωνίδων πάνω άπό 15.00Θ δραχμές τό χρόνο.
  • Μέχρι τά πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τα κεραμουργεϊα τής Κορώνης, εγκατεστημένα βασικά στά Βουνάρια, κράτη­σαν μιά μεγάλη παραγωγή κι υψηλή ποιότητα. Μετά τη δε­καετία τού 1950 ή εκλαΐκευση τού πλαστικού παράσυρε και τη ντόπια κεραμική. Σύντομα ή παραγωγή μειώθηκε στο ελάχιστο. Τό 1966 πού πήγα στήν Κορώνη μόνο ένα μικρό κεραμικό καμίνι δούλευε στους Κόμπους. Σε λίγο σταμάτησε και κείνο. H ωραία τέχνη τής κεραμικής έσβησε σε μι’ ακό­μη προαιώνια κοιτίδα της.
  • Το μεράκι των ντόπιων κι οι αγαθές τους αναμνήσεις από τους καμιναραίους έχει λυρικά ζωγραφιστεί και πάλι από τον ντόπιο ποιητή στο ποίημά του οί «Καμιναραΐοι»:

«Πετριαδίτες, Κομπιαδίτες, Βουναρέοι.

παιδεμένοι μου φτωχοί καμιναραΐοι,

τον ιδρώτα σας, άψήστε, νά σφουγγίσω

μέ δυο στίχους μου πού θέ νά σάς χαρίσω.

Ζυμωμένοι όλη μέρα μέ τή λάσπη,

χίλια πράματα μάς φτιάχνετε με δαύτη,

κιούπια, τζάρες, σκουτελίτσες και πιθάρια,

στάμνες, πιάτα, βικουλίτσες και λυχνάρια.

Ταπεινούλια είναι αλήθεια, ετούτα όλα

αλλά χρήσιμα στο βίο μας καθόλα

και γιά τούτο την τεχνούλα σας χτιμάμε

κι από μέσ’ απ’ την καρδιά μας εύλογάμε.

Μέ τή λάσπη άνακατεύθη κι δ Θεός μας,

όντας έπλασε τό σώμα τό δικό μας,

πα στο πρόσωπο τού άρχαίου μας Γενάρχη,

τού Αδάμ, μαθές τού πρώτου Πατριάρχη.

Μη σάς νιάζει πού σάς λεν κεραμιδάδες

οί άνόητοι και κούφιοι φαφλατάδες·

λησμονάνε πώς ό πρώτος Κεραμέας

ει ν’ ό Κύριος, καθώς λέγει ό Μωϋσέας.

Πετριαδίτες, Κομπιαδίτες, Βουναρέοι,

συμπατριώτες μου φτωχοί καμιναραΐοι,

χαρά νάχουτε γιά πάντα στή ζωή σας·

ό συνάδελφος Θεός είναι μαζί σας!»

Νίκος Λιάρος, “Τζάρες : Tα χειροποίητα πιθάρια του Μεσσηνιακού Κόλπου, Κεραμεύς 5/2009, 21-22” Academia

Διαθέσιμο στο: Academia.edu

  • Ο παππούς μου ήταν σπουδαγμένος δάσκαλος στη Μαράσλειο της Αθήνας, αλλά όταν έχασε τη δουλειά του στην Κατοχή φόρτωνε τον γάιδαρο του, τον Κοτσαρίκο, με δύο τζάρες και δύο πιθαρόπουλα και τα πήγαινε στην Αρκαδία για πούλημα, παίρνοντας ως αντάλλαγμα κρεμμύδια και πατάτες.
  • Από τους παλιούς μάστορες δύο ήταν αυτοί με τους οποίους ήρθα πιο κοντά, καθόσον φάνηκαν πιο δεκτικοί. Ο Αντώνης ο Ρέμπελος, Κουτσαντώνης ήταν το παρατσούκλι του λόγω του ότι κούτσαινε από το ένα πόδι, και ο Γιώργος ο Μπουρνιάς.
  • Ο Κουτσαντώνης, παρά την αναπηρία του ήταν πολύ καλός μάστορας. Είχε δουλέψει κυρίως στο χωριό, για δύο χρόνια πήγε και στο Αίγιο. Όταν σταμάτησε, κατάφε­ρε λόγω της αναπηρίας του και πήρε τη μοναδική άδεια καπνοπωλείου και άνοιξε καφενείο. Ενθουσιαζόταν όταν μιλούσε για την παλιά του δουλειά, πολλές φορές έλεγε: «Ξέρεις πως πεθυμώ τη λάσπη, αν είχα τώρα κατευθείαν θα ξεκινούσα τζάρες», και έκανε τη σχετική κίνηση με τα χέρια του. Μιλούσε με ενθουσιασμό για την κ. «Μπέτυ», δηλαδή την κ. Ψαροπούλου και έλεγε: «Μου είπε η κ. Μπέτυ να πάω στην Αθήνα και να φτιάχνω τζάρες, ξέρεις πως το θέλω, αλλά δεν μπορώ να αφήσω μόνη της την κυ­ρά». Η γυναίκα του δεν ήθελε να ακούσει για τζάρες και τον απόπαιρνε συνέχεια.
  • Ο Γιώργος ο Μπουρνιάς ήταν και αυτός πολύ καλός μάστο­ρας, ωστόσο, έφυγε πολύ μι­κρός μετανάστης στην Αυστρα­λία και γύρισε στο χωριό όταν πήρε τη σύνταξη. Το σπίτι του ήταν απέναντι από του Κουτσαντώνη, πήγαινε συχνά στο καφενείο του και επίσης πολύ συχνά τσακώνονταν μεταξύ τους για ασήμαντες αφορμές.
  • Από τους παλιούς μάστορες δύο ήταν αυτοί με τους οποίους ήρθα πιο κοντά, καθόσον φάνηκαν πιο δεκτικοί να με βοηθήσουν στην απόπειρά μου να φτιάξω μια ότι ο ένας ήταν καλύτερος από τον άλλο, βάζοντας όλη τους τη μαστοριά, κατηγορώντας παράλληλα ο ένας τον άλλο ότι δεν είναι καλός.

Αναστασία Κατσαπάρα – Φανουρίου, «Μικρό χρονικό για μια χώρα πηλού», ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ της «ΕΣΤΙΑΣ» Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ ΑΕ, Αθήνα, 1986 (Δανεισμός βιβλίου από την Βιβλιοθήκη Ιδρυ.Οικ. Γ. Ψαροπούλου – Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής)

Παντού υπάρχει κάτι χωματένιο, μια αίσθηση πηλού στα χείλη, σα να πίνεις για πρώτη φορά από χωμάτινο κύπελλο.

Στα πλιθιά των σπιτιών, άχυρα, φύκια και κομματάκια από σπασμένα σταμνιά.

Στις μάντρες καβαλικευτά, κομμάτια από μεγάλα σπασμένα πιθάρια ή τζάρες.

Στα χωράφια τζάρες με γαλαζόπετρα, ασβέστη, σβουνιά.

Μια τζάρα σπιτάκι σκυλιού.

Πιθάρια κομμένα στη μέση για λεκάνες στ’ αποχωρητήρια.

Στους Κόμπους, το διπλανό στα Βουνάρια χωριό, στην είσοδο του χωριού, είχε απομείνει από παλιά ένας βαθύς λάκκος με νερό κάτω κάτω, λείψανο χωματοληψίας. Μέχρι το 1955 κάναν και δω πιθάρια, αλλά η καλή γη εξαντλήθηκε, φέρανε για κάμποσον καιρό απ’ το Χαρακοπιό, ώσπου τα παράτησαν, άλλωστε δεν έβγαζαν πολλά απ’ τη δουλειά.

Οι τζάρες και τα πιο μεγάλα κιούπια πού υπάρχουν, αυτοί οι γίγαντες τα πιθάρια, φτιάχνονταν με το χέρι ζώνη ζώνη. Το στεφάνι οδηγούσε το μάστορα στο φτιάξιμο του πυθαριού. Έτσι γίνονταν πιθάρια που χωρούσανε 1000 οκάδες λάδι ή κρασί, «πούπεφτε παιδί ολόκληρο κι ούτε πού τοπαιρνε κανείς χαμπάρι», πιθαρόπουλα που ζύγιζαν μέχρι 40 κιλά όπου έβαζαν το παστό. Και πρώτα ήταν τα πιθάρια που σταμάτησαν να γίνονται, για να ακολουθήσουν οι τζάρες και μετά οι στάμνες.

Οι αγγειοπλάστες της περιοχής, όλοι ήταν σύγχρονα κι αγρότες. Ποτέ δεν κέρδιζαν αρκετά απ’ τα σταμνιά, κι ούτε κανένα ενδιαφέρον υπήρξε από την μεριά του κράτους. Μάλιστα και φόρος πρόσθετος τους είχε επιβληθεί γύρω στα 1970, σχετικός με “τουριστικά επαγγέλματα”, ο μάστορας που τάλεγε μούτζωνε συνέχεια ….

Στα 1960 ένας αγγειοπλάστης κέρδιζε για κάθε μεγάλη βίκα 2-3 δρχ. Τα παιδιά των μαστόρων δεν ήθελαν να συνεχίσουνε τη δουλειά, πού τη θεωρούσανε σκληρή, βρώμικη και διόλου επικερδή.

Κάποτε τόν καιρό του φθινοπώρου βγαίνανε στον κήπο και στο δρόμο με τα γιορτινά τους, πλυμένες κι ανασκουμπωμένες σ ̓ αμέτρητες πτυχές την ποδιά τους περιμένοντας το μούστο, περιμένοντας το λάδι.

Αλληλούια στο λάδι.

Γύρω στα 1449 πήραν οι Γάλλοι της Προβηγκίας, στη Νότια Γαλλία, τη λέξη jarre πού σημαίνει πιθάρι, και τούτη ἡ λέξη έρχεται ἀπ’ τήν ἀραβική djarra, πούφερναν μαζί τους οι Φράγκοι σταυροφόροι απ’ τήν  Ανατολή. Οι Φράγκοι πάτησαν τα μέρη τούτα της Πελοποννήσου μέσ’ στην πρώτη δεκαετία του 13ου αιώνα. Τούτο σημαίνει πώς είδαν εδώ τα πιθάρια και πως τούτο μας δίνει μια σίγουρη χρονολογική μαρτυρία γι ̓ αυτά.

Νίκος Π. Πασαγιώτης, «Κεραμίδια και Πιθάρια στη Μεσσηνία», Αθήνα, 1994 (Δανεισμός βιβλίου από την Βιβλιοθήκη Ιδρυ.Οικ. Γ. Ψαροπούλου – Κέντρο Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής)

Οι πιθοποιΐα στο Χαρακοπιό ήταν ένα από τα σημαντικότερα και πιο επικερδή επαγγέλματα, που κράτησε οικονομικά τους κατοίκους για πολλά χρόνια και νομίζω αξίζει να την αναφέρω, όσο γνωρίζω κι’ απ’ ότι άκουσα κι’ έμαθα.
Φυσικά, ήταν τέχνη μιας συνέχειας από τα πανάρχαια χρόνια. Αυτό μας το βεβαιώνουν πολλά παραχωμένα καμίνια και πιθάρια μικρά και μεγάλα, που ξεθάβονται στη γύρω περιοχή.

Έτσι με τα ταξίδια τους αυτά οι Χαρακοπιαδίτες κουβαλούσαν στο χωριό τους όχι μόνον χρήματα και εμπορεύματα αλλά και νέους τρόπους ζωής και ιδέες, και σ’ αυτό ωφείλεται η οικονομική, πολιτιστική και πνευματική άνθηση, που παρουσίασε το Χαρακοπιό αμέσως μετά το 1821 και έγινε αξιόλογος κόμβος μιας εμπορικής αγοράς μέχρι το 1943, και κρατάει εξαντλημένη και άτονα μέχρι τώρα. Δυστυχώς αυτή η πανάρχαια τέχνη χάθηκε μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, γιατί όχι μόνον οι τελευταίοι πιθαράδες γέρασαν ή και έφυγαν από τη ζωή, χωρίς ν’ αφήσουν διαδόχους, αλλά και οι νέοι την περιφρόνησαν, προτίμη σαν να φύγουν για τις μεγάλες πόλεις και το εξωτερικό, παρά να γίνουν αγγειοπλάστες.

Για τούτη την κερδοφόρα τέχνη του Χαρακοπιού, υπάρχουν δυο παλιές μαρτυρίες, η μια στην Αθηναϊκή εφη μερίδα “Αιών” 1838, με τον τίτλο «Φιλολογικά περί Κορώνης» Ο ΕΥΘΥΦΡΩΝ για την πιθοποιΐα, γράφει: Εις κανέν άλλο μέρος της Ελλάδος δεν γίνονται τόσον πολλά, γερά και μεγάλα πιθάρια. Εξάγονται εις διάφορα Ελληνικά μέρη και έξω της επικράτειας. Γίνονται 4.000 κομμάτια μικρά – μεγάλα και αποδίδουν ως 15.000 δρχ. ετησίως όφελος εις τον Δήμο (Κολλωνίδων). Εκτός τούτου πολλοί πιθοποιοί και κεραμοποιοί ταξιδεύουν περιοδικώς εις άλλους τόπους μετερχόμενοι το επάγγελμά των και έχει και ο Δήμος άλλο τι κέρδος. Περιπλέον εκ της βιομηχανίας αυτής ωφελούνται τα εντόπια πλοιάρια και οι αγωγιάται. Μεσσηνιακά -Φερέτου 1968,

Και στο βιβλίο του Κώστα Γεωρ. Γεωργόπουλου «Αρκαδικοί οικογενειακοί θρύλου», που υπηρετούσε το 1914 ως δημοδιδάσκαλος στο Χαρακοπιό, γράφει: «Οι κάτοικοι ησχολούντο εις την καλλιέργειαν της σταφίδας και των ελαιοδένδρων και ως πρόσθετον εργασία είχαν την κατασκευήν πηλίνων δοχείων, πιθάρια, τζιάρες και στάμνες. Με τα εισοδήματά των από τη σταφίδα και το λάδι και τα κέρδη των εκ της κατασκευής πηλίνων είχαν εξασφαλίσει καλήν ζωήν και η λέξις Χαρακοπιό αποδίδει την ευζωΐαν – τρώγω πίνω και Χαρακοπάω».

Τα πιθάρια ήταν τα καταλληλότερα αγγεια για κάθε χρήση και απαραίτητα για κάθε σπιτικό. Τα βρίσκουμε τοποθετημένα και αραδιασμένα στους πύργους, στα σκοτεινά κελλάρια των μοναστηριών, στα ιπποκίνητα λιοτρίβια και στις βαθιές υπόγειες στοές στα κάστρα.

Η δουλειά κρατούσε πέντε μήνες, από το Μάη μέχρι το Σεπτέμβρη. Η εργασία κάθε μέρα άρχιζε πολύ πρωί, με το φώτημα που λέμε, και κρατούσε ασταμάτητα μέχρι αργά το βράδι, δίχως λίγη μεσημεριανή ανάπαυση. Είναι δύσκολο να την περιγράψω με λεπτομέρεια και ας την έζησα.

[1] Της κυριαρχίας των Ενετών