
Το Προβιομηχανικό Ελαιοτριβείο Χαροκοπιού
Ιστορικό πλαίσιο
Παρά το γεγονός πως σήμερα δεν διαθέτουμε ακριβή επιστημονικά στοιχεία για το πότε έφτασε η καλλιέργεια της ελιάς στην Μεσσηνία, γνωρίζουμε πως κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο, χιλιάδες χρόνια πριν, το λάδι στην περιοχή ήταν ένα από τα βασικά προϊόντα της αγροτικής οικονομίας. Ιστορικοί αναφέρουν πως κατά τη διάρκεια της κλασικής και της ελληνιστικής περιόδου η παραγωγή του λαδιού στην Πελοπόννησο και τη Μεσσηνία παρουσίαζε μια συνεχή αύξηση για την εποχή.
Η παράδοση αυτή φαίνεται να συνεχίζεται στην πάροδο των αιώνων.Η αλλαγή των πολιτικών και οικονομικo-κοινωνικών συνθηκών μετά τον 10ο μ.Χ. αιώνα συνοδεύτηκε από μια σταθερή άνοδο της καλλιέργειας της ελιάς και της παραγωγής του λαδιού στη Μεσσηνία ενώ ιστορικές μαρτυρίες του 11ου και 12ου μ.Χ. αιώνα, μιλάνε για το ενδιαφέρον των ιταλικών θαλασσοκρατοριών προς το εμπόριο του λαδιού από τα λιμάνια της Κορώνης και της Μεθώνης. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Άγγλου περιηγητή αβά Benedict of Peterborough (12ος αιώνας), ο οποίος αναφέρει πως στα περίχωρα της Κορώνης ήταν τόσα τα λιόδεντρα που κατά τη γνώμη του σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν υπήρχε τέτοια αφθονία λαδιού.
Στις αρχές του 13ου αιώνα, οι Βενετοί – μετά την άφιξή τους στη Μεσσηνία – εφάρμοσαν αγροτική πολιτική ενίσχυσης της ελαιοκαλλιέργειας στις κατεχόμενες περιοχές. Κάπως έτσι τον 14ο αιώνα η Μεσσηνία έγινε η πιο ελαιουργική περιοχή της Πελοποννήσου.
Η Κορώνη και η Μεθώνη ήταν τα δύο πρώτα λιμάνια από τα οποία ξεκίνησε η διακίνηση του ελαιόλαδου στην Ευρώπη τόσο κατά την περίοδο της ενετοκρατίας, όσο και της τουρκοκρατίας. Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής στο φορολογικό του νόμο αφιέρωσε ειδικό άρθρο που αφορούσε, αξιοποιούσε και ενίσχυε την ελαιοκομία της Μεθώνης, η οποία είχε αξιόλογη παραγωγή λαδιού.
Με την επανάκτηση των μεσσηνιακών κάστρων από τον Μοροζίνι (1686), οι Βενετοί βρήκαν μια σχετικά ανεπτυγμένη ελαιοκομία στη Μεσσηνία. Ανεπτυγμένη σε τέτοιο βαθμό που στην επαρχία της Κορώνης μοίρασαν, από τις δημευμένες περιουσίες των Τούρκων, 107.000 λιόδεντρα μεταξύ των οποίων δυο ελαιώνες με συνολικά 2.760 δέντρα στο Χαρακοπιό. Ο βενετός καταστιχωτής Μarin Michiel αναφέρει, μάλιστα, ότι στην περιοχή της Κορώνης αφθονούσαν οι ελαιώνες οι οποίοι παρήγαγαν λάδι «εξαιρετικής ποιότητας». Ο ίδιος αναφέρει, επίσης, ότι καταμέτρησε σε όλη τη βενετοκρατούμενη Πελοπόννησο 112 ελαιοτριβεία.
Επιβεβαιώνεται έτσι το βάρος που είχε, με τα 70 % της παραγωγής, η περιοχή της Κορώνης και της Μεθώνης στην ελαιοκομία της Μεσσηνίας στις αρχές του 18ουαιώνα.
Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο ότι στην ίδια περιοχή της ανατολικής μεσσηνιακής ακτής είχε αναπτυχθεί και διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια μας (δεκαετία του 1950) η δεξιοτεχνία της παραδοσιακής αγγειοπλαστικής (που οι ρίζες της φτάνουν στη Μυκηναϊκή περίοδο) για την παραγωγή παντός είδους πιθαριών που προορίζονταν για την αποθήκευση του λαδιού. Αποτελεί κι αυτό ένα σημαντικό τεκμήριο της ύπαρξης ενός μακρόχρονου κοινωνικό-οικονομικού ιστού βασισμένου στην κουλτούρα της ελαιοκομίας.
Η Μεσσηνία κρατούσε τα σκήπτρα της ελαιοπαραγωγής για αιώνες. Η βιομηχανική επανάσταση που εξαπλώθηκε στην Ευρώπη αύξησε σημαντικά τη ζήτηση αγροτικών πρώτων υλών. Άλλαξε όμως και τα χαρακτηριστικά της αγοράς. Η παραγωγή λαδιού της Μεσσηνίας παρέμεινε περιζήτητη, ωστόσο, από τα χρόνια εκείνα μέχρι και σήμερα.
Σκεπτικό
Οι μνήμες και η ιστορία της περιοχής είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ελιά και τον καρπό της. Αυτό μαρτυρά και το ελαιοτριβείο που βρίσκεται στο χωριό Χαροκοπιό. Το ελαιοτριβείο βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του χωριού και ξεκίνησε τη λειτουργία τη δεκαετία του 1920.Ιδιοκτήτες και συνέταιροι υπήρξαν ο Γεώργιος Δημητρίου Τσάκωνας και ο Γεώργιος Νικολάου Ματθιόπουλος. Λειτούργησε έως το 1951 με την αρχική μορφή του, η οποία ανήκε στην προβιομηχανική περίοδο. Διέθετε ιπποκίνητα διπλά λιθάρια για τη σύνθλιψη του ελαιόκαρπου και χειροκίνητα διπλά πιεστήρια με τσαντίλες για την τελική παραγωγή ελαιόλαδου. Το 1951 σταμάτησε η λειτουργία και το 2003πέρασε στην κυριότητα του Δήμου Κορώνης, ύστερα από δωρεά του εγγονού του ενός εκ των ιδιοκτήτων, Δημητρίου Τσάκωνα. Στον ίδιο χώρο άνθισε για μία περίοδο η τέχνη της αγγειοπλαστικής και, ειδικότερα, η κατασκευή πιθαριών που ήταν γνωστά με την ονομασία «τζάρες». Το μεγάλο τους μέγεθός τους, που απαιτούσε μεγάλους κλειστούς χώρους για την κατασκευή τους, οδήγησε στη χρήση ελαιοτριβείων, τα οποία δεν λειτουργούσαν πλέον. Ένα από αυτά ήταν και το ελαιοτριβείο στο Χαροκοπιό. Η κατασκευή των πιθαριών γινόταν από πηλό και η διαδικασία δημιουργίας τους γινόταν αποκλειστικά με το χέρι. Κάθε ένα από αυτά έπαιρνε ημέρες ολόκληρες για να κατασκευαστεί.
Το εν λόγω ελαιοτριβείο αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα περιβάλλοντος που άνθισαν παραδοσιακές τεχνικές. Το κτίριο είναι περίπου 86 τ.μ. και έχει συντηρηθεί από τον Δήμο, ο οποίος το παρέδωσε το 2006 στη σημερινή του μορφή. Με γνώμονα τη μακραίωνη παράδοση της περιοχής στην παραγωγή ελαιόλαδου και τη σκοπιμότητα των δράσεών του, ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού προχώρησε το 2020 στην εκ νέου συντήρηση και ανάδειξή του. Σήμερα ο χώρος είναι επισκέψιμος και αποτελεί μία εξαιρετική ευκαιρία για τη δημιουργία ενός Μουσείου που θα πραγματεύεται την ιστορία του λαδιού και του πηλού στην περιοχή.
Πρόκειται για ένα θεματικό μουσείο προβιομηχανικής τεχνολογίας με λαογραφικά στοιχεία. Τα θεματικά τεχνολογικά μουσεία φιλοδοξούν να ενημερώσουν τον επισκέπτη για ποικίλες συνιστώσες του θέματος που πραγματεύονται, όπως την ιστορία του, την τεχνολογική του εξέλιξη, τις κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις κ.λπ.. Η έμφαση, ωστόσο, συνήθως δίνεται στην ανάδειξη της τεχνολογίας – εν προκειμένω της τεχνικής – που έχει οριστικά χαθεί και, βεβαίως, αντικατασταθεί από σύγχρονες μεθόδους παραγωγής. Αυτός, άλλωστε, είναι ο πιο γόνιμος τρόπος για τη διάσωση άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς που περιλαμβάνει, στην περίπτωση του ελαιοτριβείου Χαροκοπιού, την ελαιοπαραγωγή χωρίς μηχανοκίνητα μέσα και την αγγειοπλαστική με μοναδικά εργαλεία των αγγειοπλαστών – σε όλη τη διάρκεια της κατασκευής των πιθαριών – τα χέρια τους και ένα επίπεδο σφουγγάρι για τη συνεχή ύγρανση και λείανση των πλασμένων τμημάτων.
Η δημιουργία του προτεινόμενου Μουσείου θα διασώσει τη μνήμη των παλαιοτέρων και θα αποτελέσει αντικείμενο γνώσης για τους νεότερους. Πρόκειται για ένα μουσείο που συγκαταλέγεται στην κατηγορία «μουσεία του εαυτού τους». Τα μουσεία αυτά αναπτύσσονται εντός του ίδιου κτιρίου στο οποίο αναφέρονται και παρουσιάζουν το θέμα και φυσικά στις προεκτάσεις του. Στην παρούσα πρόταση μιλάμε φυσικά για την παραγωγή ελαιόλαδου και την αγγειοπλαστική, όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω, πάντα με κεντρικό άξονα την προσέγγιση αναβίωσης/μνήμης μιας για πάντα χαμένης τεχνικής παραγωγής.
Στο Μουσείο θα διατηρηθούν οι κατασκευές που περιλαμβάνει ήδη ο χώρος – με τις απαραίτητες παρεμβάσεις για έναν μουσειακό χώρο-, θα αναλυθούν οι τρόποι παραγωγής ελαιόλαδου και δημιουργίας πιθαριών, θα καταδειχθούν οι οικονομικές και ποιοτικές διαστάσεις της διαχρονικής παραγωγής του προϊόντος σε σχέση με την οικονομία της περιοχής, αλλά και της χώρας, θα προβληθεί η ιστορική ταυτότητα του λαδιού και η εξέλιξη της τεχνολογίας παραγωγής του καθώς και η τεχνική κατασκευής πιθαριών και η σχέση μεταξύ των δύο αυτών προϊόντων με απώτερο σκοπό τη διάσωση των παραδοσιακών τεχνικών. Το Μουσείο θα βασίζεται σε σύγχρονες μουσειολογικές πρακτικές που θα αξιοποιούν τα ψηφιακά μέσα.
Προτεινόμενες δράσεις
Για τη δημιουργία μουσείου απαραίτητη είναι η σύνταξη Μουσειολογικής Μελέτης με στόχο τη βασική αποτύπωση του μουσειολογικού σκεπτικού και της περιγραφής του εκθεσιακού χώρου καθώς και των στόχων του ίδιου του Μουσείου ως φορέα άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η εν λόγω μελέτη θα περιλαμβάνει:
- Αποτύπωση της κεντρικής ιδέας στην οποία θα στηριχθεί το μουσειολογικό σκεπτικό και των βασικών μηνυμάτων που θα επικοινωνεί στο κοινό
- Αποτύπωση στρατηγικών στόχων του Μουσείου / Όραμα και Αποστολή
- Συγκρότηση και αξιολόγηση του περιεχομένου της έκθεσης μέσα από έρευνα πηγών και προφορικών μαρτυριών
- Σενάριο της έκθεσης – Πλήρες μουσειολογικό σκεπτικό – βασική δομή της έκθεσης
- Αρχική περιγραφή εκθεμάτων / ερμηνευτικών μέσων – συμβατικών και ψηφιακών
- Διαστασιολόγηση τεχνικού εξοπλισμού και οπτικοακουστικών/πολυμεσικών παραγωγών
- Σχεδιασμός συνολικής εμπειρίας του επισκέπτη (από πού μπαίνει, τι πορεία ακολουθεί, τι δράσεις παρακολουθεί/κάνει, τι εκθέματα βλέπει κ.λπ., μέχρι την ολοκλήρωση της επίσκεψης)
- Προτάσεις για τη συνολική λειτουργία του Μουσείου (βασικό σχήμα διοίκησης, προτεινόμενες δράσεις ανάπτυξης κοινού, προτεινόμενες δραστηριότητεςκ.λπ.)
- Προτάσεις δικτύωσης, προσέγγισης κοινού και σύνδεσης με την κοινωνία
Άλλες δράσεις:
- Δημιουργία site για να συμβάλει στην δικτύωση και την σύνδεση με την κοινωνία με μηχανισμό υποβολής και συγκέντρωσης μαρτυριών, φωτογραφικού υλικού κ.λπ.
Στόχος της προτεινόμενης Μελέτης είναι να δώσει μία σαφή εικόνα για τον εκθεσιακό χώρο που θα δημιουργηθεί αλλά και για τον ρόλο του οργανισμού μέσα στην κοινωνία, ώστε να αποτελέσει ένα ζωντανό και δραστήριο κομμάτι της κοινότητάς του.
